tortious
tor
ˈtɔ:
taw
tious
ʃəs
shēs
tortuoustorturous

Ορισμός και σημασία του "tortious"στα αγγλικά

01

αδικοπρακτικός, παράνομος

(of law) related to a wrong action that is not considered criminal 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The plaintiff filed a lawsuit against the defendant for the tortious conduct that caused injury. 

Ο ενάγων κατέθεσε αγωγή εναντίον του εναγόμενου για την αδικοπραξία που προκάλεσε ζημία.

02

σχετικός με το πάτωμα κάτω από τις καμπάνες ενός ανοιχτού καμπαναριού, που αφορά το δάπεδο κάτω από τις καμπάνες ενός ανοιχτού πύργου καμπάνας

a floor under the bells of an open belfry 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store