tooth enamel
tooth
tu:θ
τουθ
e
ɪ
ι
na
ˈnæ
ναι
mel
məl
μαλ

Ορισμός και σημασία του "tooth enamel"στα αγγλικά

01

σμάλτο δοντιού, σκληρή λευκή ουσία που καλύπτει το στέμμα του δοντιού

hard white substance covering the crown of a tooth 
tooth enamel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tooth enamels

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store