tonsillitis
ton
ˌtɒn
ton
si
si
lli
ˈlaɪ
lai
tis
tɪs
tis

Ορισμός και σημασία του "tonsillitis"στα αγγλικά

01

αμυγδαλίτιδα, τονσιλλίτιδα

an infection or inflammation of the tonsils 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store