toggle switch
to
ˈtɒ
to
ggle
gəl
gēl
switch
swɪʧ
svich

Ορισμός και σημασία του "toggle switch"στα αγγλικά

01

διακόπτης εναλλαγής, διακόπτης μοχλού

manually operated electrical switch with a lever that can be moved up or down to open or close an electrical circuit 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
toggle switches
Παραδείγματα
The lamp on the desk is equipped with a toggle switch for easy on/off control. 

Η λάμπα στο γραφείο είναι εξοπλισμένη με διακόπτη εναλλαγής για εύκολο έλεγχο ενεργοποίησης/απενεργοποίησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store