Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tipper
01
ανατρεπόμενο φορτηγό, φορτηγό με ανατρεπόμενο καρότσι
a vehicle with a large, open bed that can be tilted to unload its contents, usually used for carrying loose materials like sand, gravel, or demolition waste
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tippers
Παραδείγματα
The construction crew used a tipper to transport and dump loads of gravel at the site.
Η ομάδα κατασκευής χρησιμοποίησε ένα ανατρεπόμενο φορτηγό για τη μεταφορά και την εκφόρτωση φορτίων χαλικιού στο εργοτάξιο.
02
αφentάς φιλοδώρημα, πρόσωπο που αφήνει φιλοδώρημα
a person who leaves a tip
Λεξικό Δέντρο
tipper
tip



























