timpanist
tim
ˈtɪm
tim
pa
nist
nɪst
nist
tympanist

Ορισμός και σημασία του "timpanist"στα αγγλικά

01

τιμπανιστής, μουσικός που παίζει τύμπανα

a musician who plays the timpani 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
timpanists
Παραδείγματα
The timpanist skillfully tuned the drums before the symphony performance. 

Ο τιμπανιστής συντονίσε επιδέξια τα τύμπανα πριν από τη συμφωνική παράσταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store