Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Timetable
01
πρόγραμμα, ωρολόγιο πρόγραμμα
a list or chart that shows the departure and arrival times of trains, buses, airplanes, etc.
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
timetables
Παραδείγματα
The timetable lists all available bus routes in the city.
Ο χρονοδιάγραμμα παραθέτει όλες τις διαθέσιμες διαδρομές λεωφορείων στην πόλη.
02
πρόγραμμα, χρονοδιάγραμμα
a detailed plan of events and activities with the times and dates mentioned
Dialect
British
to timetable
01
προγραμματίζω, σχεδιάζω
to schedule or plan events for specific times
Transitive: to timetable events or activities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
timetable
γ΄ ενικό πρόσωπο
timetables
ενεστώτα μετοχή
timetabling
απλός αόριστος
timetabled
παθητική μετοχή
timetabled
Παραδείγματα
She timetables her work tasks for the week.
Αυτή προγραμματίζει τις εργασίες της για την εβδομάδα.
Λεξικό Δέντρο
timetable
time
table



























