time out
time
taɪm
taim
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "time out"στα αγγλικά

01

διακοπή, παύση

a brief pause or interruption in an activity 
time out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
time outs
Παραδείγματα
The coach called a time out during the game. 

Ο προπονητής ζήτησε παύση κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.

to time out
01

διακόπτω, αναστέλλω

(computing) to automatically cancel an operation or shut down after a set period of inactivity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
time
ενεστώτας
time out
γ΄ ενικό πρόσωπο
times out
ενεστώτα μετοχή
timing out
απλός αόριστος
timed out
παθητική μετοχή
timed out

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store