thyroid
thy
ˈθaɪ
thai
roid
rɔɪd
royd

Ορισμός και σημασία του "thyroid"στα αγγλικά

01

θυρεοειδής αδένας

a small, butterfly-shaped gland located at the base of the neck, responsible for producing hormones that regulate metabolism and other bodily functions 
thyroid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thyroids
Παραδείγματα
Autoimmune diseases like Hashimoto's thyroiditis can lead to inflammation and dysfunction of the thyroid. 

Οι αυτοάνοσες ασθένειες όπως η θυρεοειδίτιδα Hashimoto μπορούν να οδηγήσουν σε φλεγμονή και δυσλειτουργία του θυρεοειδούς.

01

θυρεοειδής, προσδιοριστικό μιας διαταραχής του θυρεοειδούς

suggestive of a thyroid disorder 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

θυρεοειδής, θυρεοειδικής

related to the thyroid gland, a small organ in the neck that produces hormones affecting metabolism and growth 
Παραδείγματα
She underwent thyroid surgery to treat her condition. 

Υπεβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση θυρεοειδούς για τη θεραπεία της κατάστασής της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store