Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Throwaway
01
φυλλάδιο, διαφημιστικό έντυπο
an advertisement (usually printed on a page or in a leaflet) intended for wide distribution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
throwaways
02
πεταμένη λέξη, απρόσεκτη παρατήρηση
words spoken in a casual way with conscious under-emphasis
03
παρατημένο αγόρι, αστέγαστος περιπλανώμενος
(sometimes offensive) a homeless boy who has been abandoned and roams the streets
throwaway
01
χρησιμοποιείται μία φορά, εφάπαξ
intended to be thrown away after use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most throwaway
συγκριτικός βαθμός
more throwaway
διαβαθμίσιμο
02
χρησιμοποιούμενος μία φορά, εφάπαξ
discarded or is intended to be thrown away after use
Παραδείγματα
He collected throwaway cans to recycle them for cash.
Συγκέντρωσε κουτιά μπουκάλια για να τα ανακυκλώσει για μετρητά.
Λεξικό Δέντρο
throwaway
throw
away



























