throwaway
throw
ˈθrəʊ
threw
a
ə
ē
way
weɪ
vei
stowaway

Ορισμός και σημασία του "throwaway"στα αγγλικά

01

φυλλάδιο, διαφημιστικό έντυπο

an advertisement (usually printed on a page or in a leaflet) intended for wide distribution 
throwaway definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
throwaways
02

πεταμένη λέξη, απρόσεκτη παρατήρηση

words spoken in a casual way with conscious under-emphasis 
03

παρατημένο αγόρι, αστέγαστος περιπλανώμενος

(sometimes offensive) a homeless boy who has been abandoned and roams the streets 
01

χρησιμοποιείται μία φορά, εφάπαξ

intended to be thrown away after use 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most throwaway
συγκριτικός βαθμός
more throwaway
διαβαθμίσιμο
02

χρησιμοποιούμενος μία φορά, εφάπαξ

discarded or is intended to be thrown away after use 
Παραδείγματα
The throwaway bottle was left on the side of the road. 

Το απορριπτέο μπουκάλι άφησαν στο πλάι του δρόμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store