Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to throw together
01
συναρμολογώ βιαστικά, μαζεύω χωρίς πολλή φροντίδα
to assemble things hastily or without much care, resulting in a random arrangement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
together
βασικό ρήμα
throw
ενεστώτας
throw together
γ΄ ενικό πρόσωπο
throws together
ενεστώτα μετοχή
throwing together
απλός αόριστος
threw together
παθητική μετοχή
thrown together
Παραδείγματα
Let's throw some ideas together for the brainstorming session.
Ας ρίξουμε μαζί μερικές ιδέες για τη συνεδρία brainstorming.
02
ενώνω, συγκεντρώνω απροσδόκητα
to unexpectedly bring people into a situation where they meet and get to know each other
Παραδείγματα
The team-building workshop threw together employees from different departments, fostering collaboration.
Το εργαστήριο ομαδοποίησης έφερε μαζί υπαλλήλους από διαφορετικά τμήματα, ενισχύοντας τη συνεργασία.



























