Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to throw together
[phrase form: throw]
01
συναρμολογώ βιαστικά, μαζεύω χωρίς πολλή φροντίδα
to assemble things hastily or without much care, resulting in a random arrangement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
together
βασικό ρήμα
throw
ενεστώτας
throw together
γ΄ ενικό πρόσωπο
throws together
ενεστώτα μετοχή
throwing together
απλός αόριστος
threw together
παθητική μετοχή
thrown together
Παραδείγματα
They had to throw together a makeshift shelter to protect themselves from the unexpected storm.
Έπρεπε να μαζέψουν βιαστικά ένα προσωρινό καταφύγιο για να προστατευτούν από την απρόβλεπτη καταιγίδα.
02
ενώνω, συγκεντρώνω απροσδόκητα
to unexpectedly bring people into a situation where they meet and get to know each other
Παραδείγματα
The unexpected project deadline threw us all together, and we had to work closely to meet it.
Η απροσδόκητη προθεσμία του έργου μας έφερε όλους μαζί, και έπρεπε να συνεργαστούμε στενά για να την ανταπεξέλθουμε.



























