to think twice
think
θɪnk
θινκ
twice
twaɪs
τουαισ

Ορισμός και σημασία του "think twice"στα αγγλικά

to think twice
01

το σκέφτομαι καλά, να μην κάνω βιαστικές κινήσεις

to think about something very carefully before doing it 
to [think] twice definition and meaning
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Think twice before signing that contract. 

Σκέψου το καλά πριν υπογράψεις εκείνο το συμβόλαιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store