to think back
think
θɪnk
think
back
bæk
bāk

Ορισμός και σημασία του "think back"στα αγγλικά

to think back
01

αναπολώ, θυμάμαι

to think about events or experiences from the past 
Intransitive: to think back to a memory or experience
to think back definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
think
ενεστώτας
think back
γ΄ ενικό πρόσωπο
thinks back
ενεστώτα μετοχή
thinking back
απλός αόριστος
thought back
παθητική μετοχή
thought back
Παραδείγματα
As she sorted through old photographs, she couldn't help but think back to her childhood. 

Καθώς ταξινόμησε παλιές φωτογραφίες, δεν μπορούσε παρά να σκεφτεί πίσω τα παιδικά της χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store