Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to have the hots for somebody
01
καίγομαι για κάποιον, τον θέλω πολύ
to feel intense feelings of sexual attraction for someone
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He's had the hots for her for years.
Την θέλει εδώ και χρόνια.



























