terpsichorean
terp
ˌtɜ:p
tēp
si
si
cho
rean
ˈri:ən
riēn
indo-europeanyadadameantennesseanantipodean

Ορισμός και σημασία του "terpsichorean"στα αγγλικά

01

επαγγελματίας χορευτής, καλλιτέχνης χορού

a performer who dances professionally 
terpsichorean definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
terpsichoreans
terpsichorean
01

τερψιχόρεος, σχετικός με τον χορό

of or relating to dancing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
dance, arts, performance

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store