Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Terminus
01
τερματικός σταθμός, τερματισμός
the last stop of a transportation line or route
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
termini
Παραδείγματα
Passengers disembarked as the train reached its terminus.
Οι επιβάτες αποβιβάστηκαν όταν το τρένο έφτασε στον τερματικό σταθμό του.
02
τερματικός σταθμός
station where transport vehicles load or unload passengers or goods
03
τερματικός, οριακός δείκτης
(architecture) a statue or a human bust or an animal carved out of the top of a square pillar; originally used as a boundary marker in ancient Rome
04
τελικός στόχος, απώτερος σκοπός
the ultimate goal for which something is done
05
τερματικό σημείο, τερματισμός
a finishing point where activities, journeys, or processes end
Παραδείγματα
After years of studying, graduation day became the terminus of her academic journey.
Μετά από χρόνια σπουδών, η ημέρα της αποφοίτησης έγινε ο τερματικός σταθμός της ακαδημαϊκής της διαδρομής.



























