tercel
Pronunciation
/ˈtɝsəɫ/

Ορισμός και σημασία του "tercel"στα αγγλικά

01

αρσενικό γεράκι, εκπαιδευμένο αρσενικό γεράκι για κυνήγι

a male falcon, especially one that has been trained for hunting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tercels
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store