Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tercel
01
αρσενικό γεράκι, εκπαιδευμένο αρσενικό γεράκι για κυνήγι
a male falcon, especially one that has been trained for hunting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tercels



























