telltale
tell
ˈtɛl
tel
tale
teɪl
teil

Ορισμός και σημασία του "telltale"στα αγγλικά

01

προδότης, ενδεικτικός

suggesting or indicating something, particularly something unnoticeable or secret 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most telltale
συγκριτικός βαθμός
more telltale
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The telltale odor of smoke suggested that a fire had occurred in the building. 

Η προφανής μυρωδιά του καπνού υποδείκνυε ότι είχε συμβεί μια πυρκαγιά στο κτίριο.

01

κουτσομπόλης, φλύαρος

someone who gossips indiscreetly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
telltales

Λεξικό Δέντρο

telltale

tell

+

tale

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store