Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Teller
01
ταμίας, υπάλληλος τράπεζας
a person who counts and handles money in a bank or other financial institution
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tellers
Παραδείγματα
The teller counted the cash carefully before handing it to the customer.
Ο ταμίας μέτρησε προσεκτικά τα χρήματα πριν τα παραδώσει στον πελάτη.
02
απαριθμητής ψήφων, υπάλληλος καταμέτρησης ψήφων
an official responsible for counting and recording votes, particularly in a legislative or formal assembly
Παραδείγματα
The teller announced the final vote count in the parliamentary session.
Ο απαριθμητής ανακοίνωσε τον τελικό αριθμό ψήφων στη συνεδρίαση του κοινοβουλίου.
03
αφηγητής, διηγητής
someone who recounts a story, whether fictional or factual
Παραδείγματα
The teller captivated the children with tales of dragons and knights.
Ο αφηγητής γοήτευσε τα παιδιά με ιστορίες για δράκους και ιππότες.
Λεξικό Δέντρο
teller
tell



























