Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bilge
01
αυλάκι του πλοίου, κατώτατο μέρος του κύτους
the lowest part of a ship's hull, typically filled with water or oil that has leaked in
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bilges
Παραδείγματα
The crew worked tirelessly to pump out the bilge water that had accumulated in the ship's hull.
Το πλήρωμα εργάστηκε ακούραστα για να αντλήσει το νερό του βαθέος που είχε συσσωρευτεί στο κύτος του πλοίου.
02
νερό που συσσωρεύεται στο πυθμένα του πλοίου, νερό του πυθμένα
water accumulated in the bilge of a ship
to bilge
01
παίρνει νερό στο αμπάρι, διαρρέει στην περιοχή του αμπαριού
take in water at the bilge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bilge
γ΄ ενικό πρόσωπο
bilges
ενεστώτα μετοχή
bilging
απλός αόριστος
bilged
παθητική μετοχή
bilged
02
προκαλώ διαρροή, κάνω να διαρρεύσει
cause to leak
Λεξικό Δέντρο
bilgy
bilge



























