Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Telephone pole
01
τηλεφωνικός στύλος, κολώνα τηλεφώνου
a tall pole or post that carries wires used for telephone lines
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
telephone poles
Παραδείγματα
The old telephone pole was replaced with a sturdier one.
Ο παλιός τηλεφωνικός στύλος αντικαταστάθηκε με έναν πιο γερό.



























