Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Telephone line
01
τηλεφωνική γραμμή, τηλεφωνική σύνδεση
a telephone connection
02
τηλεφωνική γραμμή, τηλεφωνικό καλώδιο
the wire that carries telegraph and telephone signals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
telephone lines
LanGeek



























