bilby
bil
ˈbɪl
μπιλ
by
bi
μπι
billybilgy

Ορισμός και σημασία του "bilby"στα αγγλικά

01

μπίλμπι, μακρύρυγχος μπαντικούτ

a small animal with long tail and nose that has rabbit-like ears and lives in deserts 
bilby definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bilbies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store