telepathy
te
le
ˈlɛ
le
pa
thy
θi
thi

Ορισμός και σημασία του "telepathy"στα αγγλικά

01

τηλεπάθεια, νοητική επικοινωνία

mental communication without using any physical method 
telepathy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Through telepathy, they were able to communicate silently, bypassing the need for spoken words. 

Μέσω της τηλεπάθειας, μπορούσαν να επικοινωνούν σιωπηλά, παρακάμπτοντας την ανάγκη για προφορικούς λόγους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store