Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
telepathic
01
τηλεπαθητικός, που επικοινωνεί χωρίς εμφανή φυσικά σήματα
communicating without apparent physical signals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most telepathic
συγκριτικός βαθμός
more telepathic
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
telepathic
telepath



























