tech
tech
tek
τεκ
/ˈtɛk/

Ορισμός και σημασία του "tech"στα αγγλικά

01

τεχνική σχολή, τεχνολογικό ινστιτούτο

a type of educational institution that provides training and education in practical skills and applied sciences
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
techs
Παραδείγματα
He chose a tech over a traditional university.
Επέλεξε ένα tech αντί για ένα παραδοσιακό πανεπιστήμιο.

Λεξικό Δέντρο

techy
tech
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store