tear duct
tear
tɪə
tie
duct
dʌkt
dakt

Ορισμός και σημασία του "tear duct"στα αγγλικά

01

δακρυϊκός πόρος, δακρυϊκός αγωγός

any of the several small canals through which tears pass from the tear gland to the eye or from the eye to the nose 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tear ducts

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store