Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Taxi
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
taxis
Παραδείγματα
I called a taxi to pick me up from my hotel.
Κάλεσα ένα ταξί να με πάρει από το ξενοδοχείο μου.
to taxi
01
travel slowly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
taxi
γ΄ ενικό πρόσωπο
taxis
ενεστώτα μετοχή
taxiing
απλός αόριστος
taxied
παθητική μετοχή
taxied
Παραδείγματα
The plane taxied to the runway and waited for clearance.
02
παίρνω ταξί, ταξιδεύω με ταξί
ride in a taxicab
LanGeek



























