taxi
tax
ˈtæk
ταικ
i
si
σι
waxymaxi

Ορισμός και σημασία του "taxi"στα αγγλικά

01

ταξί, ταξιμετρική

a car that has a driver whom we pay to take us to different places 
taxi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
taxis
Παραδείγματα
I called a taxi to pick me up from my hotel. 

Κάλεσα ένα ταξί να με πάρει από το ξενοδοχείο μου.

to taxi
01

travel slowly 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
taxi
γ΄ ενικό πρόσωπο
taxis
ενεστώτα μετοχή
taxiing
απλός αόριστος
taxied
παθητική μετοχή
taxied
Παραδείγματα
The plane taxied to the runway and waited for clearance. 
02

παίρνω ταξί, ταξιδεύω με ταξί

ride in a taxicab 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store