Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tapioca
01
ταπιόκα
a starch extracted from the cassava root, used in cooking and baking for its thickening properties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The chef used tapioca flour to make crispy and delicious gluten-free cookies.
Ο σεφ χρησιμοποίησε αλεύρι ταπιόκας για να φτιάξει τραγανά και νόστιμα μπισκότα χωρίς γλουτένη.



























