Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to taper
01
μειώνομαι, σταδιακά ελαττώνομαι
to become smaller in size, amount, or number over time
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
taper
γ΄ ενικό πρόσωπο
tapers
ενεστώτα μετοχή
tapering
απλός αόριστος
tapered
παθητική μετοχή
tapered
Παραδείγματα
By the end of the year, the energy consumption will have tapered due to the installation of energy-efficient systems.
Μέχρι το τέλος του έτους, η κατανάλωση ενέργειας θα έχει μειωθεί λόγω της εγκατάστασης ενεργειακά αποδοτικών συστημάτων.
02
σταδιακά μειώνω, ακονίζω
to gradually reduce the thickness or width of something towards one end
Transitive: to taper sth
Παραδείγματα
The carpenter carefully tapered the edges of the wooden dowel to create a sharp point for the arrow.
Ο ξυλουργός προσεκτικά έκανε κωνικό τις άκρες του ξύλινου πείρου για να δημιουργήσει μια αιχμηρή κορυφή για το βέλος.
Taper
01
κερί, κυψέλη
stick of wax with a wick in the middle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tapers
02
φιτίλι, θρυαλλίδα
a loosely woven cord (in a candle or oil lamp) that draws fuel by capillary action up into the flame
03
κωνικότητα, απόξεση
the property possessed by a shape that narrows toward a point (as a wedge or cone)
04
κώνος, κωνικό σχήμα
a convex shape that narrows toward a point
Λεξικό Δέντρο
tapered
tapering
tapering
taper



























