Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tap out
01
παραδίνομαι χτυπώντας, αγγίζω για να παραδοθώ
(in certain combat sports) to touch the floor or opponent to signal that one accepts defeat, usually because of being in a position where further fighting would be unsafe or useless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
tap
ενεστώτας
tap out
γ΄ ενικό πρόσωπο
taps out
ενεστώτα μετοχή
tapping out
απλός αόριστος
tapped out
παθητική μετοχή
tapped out
Παραδείγματα
As the chokehold tightened, he had no choice but to tap out, conceding victory to his opponent.
Καθώς η πνιγμή σφίγγονταν, δεν είχε άλλη επιλογή από το να χτυπήσει, παραχωρώντας τη νίκη στον αντίπαλό του.
02
χτυπώ ρυθμό, παίζω ρυθμό
beat out a rhythm



























