Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to talk shop
01
μιλάω για δουλειά, πιάνω κουβέντα για τη δουλειά
to have work-related discussions outside of work, particularly when it is annoying or inappropriate
idiom
Παραδείγματα
She gets bored when her friends talk shop about their tech jobs.
Μπορούμε να τα πούμε απόψε, αλλά ας μη μιλήσουμε για δουλειά.



























