Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Talc
01
τάλκης, σκόνη τάλκη
a soft mineral powder commonly used in personal care products for its absorbent and smoothing properties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to talc
01
εφαρμόζω τάλκη στο (σώμα μου), πασπαλίζω με τάλκη
apply talcum powder to (one's body)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
talc
γ΄ ενικό πρόσωπο
talcs
ενεστώτα μετοχή
talcing
απλός αόριστος
talced
παθητική μετοχή
talced



























