talc
Pronunciation
/ˈtæɫk/
talcked

Ορισμός και σημασία του "talc"στα αγγλικά

01

τάλκης, σκόνη τάλκη

a soft mineral powder commonly used in personal care products for its absorbent and smoothing properties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to talc
01

εφαρμόζω τάλκη στο (σώμα μου), πασπαλίζω με τάλκη

apply talcum powder to (one's body)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
talc
γ΄ ενικό πρόσωπο
talcs
ενεστώτα μετοχή
talcing
απλός αόριστος
talced
παθητική μετοχή
talced
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store