Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take to the woods
01
το σκάω, καταφεύγω στο δάσος
flee; take to one's heels; cut and run
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to the woods
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take to the woods
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes to the woods
ενεστώτα μετοχή
taking to the woods
απλός αόριστος
took to the woods
παθητική μετοχή
taken to the woods



























