Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take root
01
ριζώνω, εγκαθίσταμαι
become settled or established and stable in one's residence or life style
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
root
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take root
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes root
ενεστώτα μετοχή
taking root
απλός αόριστος
took root
παθητική μετοχή
taken root



























