Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take hold of
01
πιάνω, κρατάω
take hold of so as to seize or restrain or stop the motion of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
of
βασικό ρήμα
take hold
ενεστώτας
take hold of
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes hold of
ενεστώτα μετοχή
taking hold of
απλός αόριστος
took hold of
παθητική μετοχή
taken hold of



























