to  take  flight
take
teɪk
teik
flight
flaɪt
flait

Ορισμός και σημασία του "take flight"στα αγγλικά

to take flight
01

το σκάω, δραπετεύω

run away quickly 
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
flight
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take flight
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes flight
ενεστώτα μετοχή
taking flight
απλός αόριστος
took flight
παθητική μετοχή
taken flight
to take flight
01

to initiate a physical altercation or fight, often with fists 

αργκό
Παραδείγματα
He took flight as soon as the argument escalated. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store