big shot
big
bɪg
μπιγκ
shot
ʃɒt
σοτ

Ορισμός και σημασία του "big shot"στα αγγλικά

01

μεγάλο όνομα, ισχυρό πρόσωπο

someone of great importance or influence 
big shot definition and meaning
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
big shots
Παραδείγματα
He acts like a big shot at work. 

Στη δουλειά φέρεται σαν μεγάλο όνομα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store