Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Table salt
01
επιτραπέζιο αλάτι, αλάτι μαγειρικής
white crystalline form of especially sodium chloride used to season and preserve food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























