Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Syringe
01
σύριγγα, ένεση
a tube with a long hollow needle at the end that is used to inject or withdraw fluids
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
syringes
to syringe
01
εγχέω με σύριγγα, αρδεύω με σύριγγα
spray or irrigate (a body part) with a syringe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
syringe
γ΄ ενικό πρόσωπο
syringes
ενεστώτα μετοχή
syringing
απλός αόριστος
syringed
παθητική μετοχή
syringed



























