syringe
sy
ˈsɪ
σι
ringe
rɪnʤ
ριντζ
/sɪɹˈɪnd‍ʒ/

Ορισμός και σημασία του "syringe"στα αγγλικά

01

σύριγγα, ένεση

a tube with a long hollow needle at the end that is used to inject or withdraw fluids
syringe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
syringes
to syringe
01

εγχέω με σύριγγα, αρδεύω με σύριγγα

spray or irrigate (a body part) with a syringe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
syringe
γ΄ ενικό πρόσωπο
syringes
ενεστώτα μετοχή
syringing
απλός αόριστος
syringed
παθητική μετοχή
syringed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store