Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Synthetism
01
συνθετισμός
an artistic style popular in the late 19th century, characterized by the use of bold, simplified forms and bright colors to create a sense of emotion and movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
synthetism
synthet



























