Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Synaeresis
01
σινέρεση, η διαδικασία κατά την οποία το υγρό από μια ουσία που μοιάζει με πηκτό διαχωρίζεται
(chemistry) the procedure in which the liquid from a gel like substance separates, as in cheese making
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
συναίρεση, συνέρεση
(linguistics) the combination of two vowels in one syllable which results in a new sound produced



























