Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Swimming cap
01
καπάκι κολύμβησης, σκούφος κολύμβησης
a tight-fitting headgear worn to protect hair from chlorine and to improve hydrodynamics in competitive swimming
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swimming caps



























