to surf
Pronunciation
/sɝːf/

Ορισμός και σημασία του "surf"στα αγγλικά

to surf
01

κάνω σέρφ

to move on sea waves by standing or lying on a special board
Intransitive
to surf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
surf
γ΄ ενικό πρόσωπο
surfs
ενεστώτα μετοχή
surfing
απλός αόριστος
surfed
παθητική μετοχή
surfed
Παραδείγματα
Every summer, they head to the coast to surf, enjoying the thrill of catching waves.
Κάθε καλοκαίρι, πηγαίνουν στην ακτή για να κάνουν σέρφινγκ, απολαμβάνοντας τη συγκίνηση του να πιάνουν κύματα.
02

σερφάρω, περιηγούμαι

to explore content or information on the internet or in other media without a specific goal
Transitive: to surf the internet or other media
to surf definition and meaning
Παραδείγματα
Instead of watching a specific show, I prefer to surf through TV channels and see what's on.
Αντί να παρακολουθώ μια συγκεκριμένη εκπομπή, προτιμώ να σερφάρω στα τηλεοπτικά κανάλια και να βλέπω τι παίζει.
01

αφρός κυμάτων, κύματα

the breaking waves near the shore
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Lifeguards warned swimmers about the strong surf.
Οι ναυαγοσώστες προειδοποίησαν τους κολυμβητές για το δυνατό κύμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store