Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to supplant
01
αντικαθιστώ, εκτοπίζω
to replace something, especially by force or through competition
Transitive: to supplant sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supplant
γ΄ ενικό πρόσωπο
supplants
ενεστώτα μετοχή
supplanting
απλός αόριστος
supplanted
παθητική μετοχή
supplanted
Παραδείγματα
The new software aims to supplant the outdated system currently in use.
Το νέο λογισμικό στοχεύει να αντικαταστήσει το παρωχημένο σύστημα που χρησιμοποιείται σήμερα.
Λεξικό Δέντρο
supplanter
supplanting
supplant



























