betting
be
ˈbɛ
μπε
tting
tɪng
τινγκ
/bˈɛtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "betting"στα αγγλικά

01

τζογαδόρος

preoccupied with the pursuit of pleasure and especially games of chance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most betting
συγκριτικός βαθμός
more betting
διαβαθμίσιμο
01

στοίχημα, τζόγος

the act of risking money on the result of an unpredictable event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store