Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
betting
01
τζογαδόρος
preoccupied with the pursuit of pleasure and especially games of chance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most betting
συγκριτικός βαθμός
more betting
διαβαθμίσιμο
Betting
01
στοίχημα, τζόγος
the act of risking money on the result of an unpredictable event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
betting
bet



























