Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Summer camp
01
κατασκήνωση καλοκαιρινή, καλοκαιρινή αποδημία
a place where children, teenagers, and sometimes adults go to stay for a short period of time during the summer, typically for outdoor activities and organized programs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
summer camps
Παραδείγματα
They signed up for a music-focused summer camp.
Εγγράφηκαν σε ένα καλοκαιρινό κάμπ που επικεντρώνεται στη μουσική.



























