summate
su
ˈsʌ
σα
mmate
meɪt
μειτ
/sˈʌmeɪt/

Ορισμός και σημασία του "summate"στα αγγλικά

to summate
01

αθροίζω, καθορίζω το άθροισμα

determine the sum of
to summate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
summate
γ΄ ενικό πρόσωπο
summates
ενεστώτα μετοχή
summating
απλός αόριστος
summated
παθητική μετοχή
summated
02

αθροίζω, συσσωρεύω

form or constitute a cumulative effect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store