Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to summate
01
αθροίζω, καθορίζω το άθροισμα
determine the sum of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
summate
γ΄ ενικό πρόσωπο
summates
ενεστώτα μετοχή
summating
απλός αόριστος
summated
παθητική μετοχή
summated
02
αθροίζω, συσσωρεύω
form or constitute a cumulative effect
Λεξικό Δέντρο
summation
summate
sum



























