Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sum
01
ποσό, σύνολο
a total of money, typically owed in a financial transaction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sums
Παραδείγματα
The sum owed on the invoice amounted to $500.
Το ποσό που οφειλόταν στο τιμολόγιο ανερχόταν σε 500 $.
02
άθροισμα, σύνολο
the whole amount of numbers added together
Παραδείγματα
The sum of 5, 6, and 7 is 18.
Το άθροισμα των 5, 6 και 7 είναι 18.
03
άθροισμα, σύνολο
the whole amount
04
ουσία, πεμπτουσία
the choicest or most essential or most vital part of some idea or experience
05
άθροισμα, σύνολο
the final aggregate
06
άθροισμα, σύνολο
a set containing all and only the members of two or more given sets
to sum
01
αθροίζω, υπολογίζω το άθροισμα
to calculate the total of two or more numbers or quantities by adding them together
Transitive: to sum two or more numbers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sum
γ΄ ενικό πρόσωπο
sums
ενεστώτα μετοχή
summing
απλός αόριστος
summed
παθητική μετοχή
summed
Παραδείγματα
To sum 3 and 5, you add them together to get 8.
Για να αθροίσετε το 3 και το 5, τα προσθέτετε μαζί για να πάρετε 8.
02
συνοψίζω, περιγράφω εν συντομία
to provide a brief overview or conclusion
Transitive: to sum sth
Παραδείγματα
The article sums the key points of the debate.
Το άρθρο συνοψίζει τα κύρια σημεία της συζήτησης.



























